Του Σωτήρη Μ. Τζούμα Υπάρχουν στιγμές που η εικόνα αποκαλύπτει περισσότερα από όσα προσπαθεί να κρύψει. Και η συνάντηση μεταξύ του πρώην πρωθυπουργού Αλέξη Τσίπρα με τον Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαιο , στο πλαίσιο της επίσκεψής του στην Αθήνα ήταν ακριβώς μια τέτοια στιγμή: μια σκηνοθετημένη παράσταση αλληλονομιμοποίησης μέσα στο γενικότερο «θέατρο του παραλόγου» που έχει εγκατασταθεί πλέον ως επίσημη γλώσσα της δημόσιας ζωής.
Το ερώτημα δεν είναι αν ένας Πατριάρχης «δικαιούται» να συναντά πολιτικούς. Προφανώς και δικαιούται. Προφανώς και χρειάζεται!
Το ερώτημα είναι βαθύτερο και περισσότερο ηθικό: γιατί έπρεπε να συναντηθεί αυτή τη στιγμή με τον κ.Τσίπρα;
Τι ακριβώς εξυπηρέτησε αυτή η συνάντηση σε αυτή τη συγκυρία, πέρα από την παραγωγή συμβολισμών και δημοσίων σχέσεων;
Διότι εδώ δεν μιλάμε για έναν απλό πρώην πρωθυπουργό. Μιλάμε για τον άνθρωπο που οικοδόμησε πολιτικά την εξουσία του επάνω στην πιο επιθετική μεταπολιτευτική δημαγωγία, που ευτέλισε συνειδητά τον δημόσιο λόγο, που πούλησε αντισυστημική ηθική,που θέλησε να εξοστρακίσει τον ιερό κλήρο από τη δημόσια μισθοδοσία της χώρας( αλλά ευτυχώς που οι φύλακες γρηγορούν και δεν τα κατάφερε),που παρέδωσε άνευ όρων την Μακεδονία μας και την ιστορία της και τελικά κυβέρνησε με τους πιο κυνικούς όρους εξουσίας. Μιλάμε για μια πολιτική περίπτωση που χρησιμοποίησε την έννοια της «ηθικής υπεροχής» ως εργαλείο πολιτικής εξαπάτησης και επιβολής όρων τριτοκοσμικής διακυβέρνησης.
Και απέναντί του στάθηκε ο Πατριάρχης. Ο άνθρωπος που υποτίθεται ότι εκφράζει όχι απλώς έναν θεσμό, αλλά μια πνευματική μαρτυρία. Έναν λόγο κρίσεως και ελέγχου απέναντι στην εξουσία και όχι έναν μηχανισμό εξωραϊσμού της.Τουλάχιστον έτσι πορεύτηκαν όλοι οι μεγάλοι προκάτοχοί του.
Επομένως:γιατί έγινε αυτή η συνάντηση;
Για να ακούσουμε ξανά τις ίδιες φθαρμένες λέξεις περί ειρήνης, περί διαλόγου, περί ευάλωτων και περιβαλλοντικής ευαισθησίας;
Για να παρακολουθήσουμε ακόμη μία …χορογραφία «ανθρωπισμού» από ανθρώπους και θεσμούς που εδώ και χρόνια λειτουργούν μέσα στη βολική ασφάλεια του συμβολισμού χωρίς να έχουν πραγματικό κόστος;
Η εικόνα ήταν σχεδόν προκλητικά αποστειρωμένη. Ο Πατριάρχης της «οικουμενικότητας» και ο πρώην πρωθυπουργός της «ελπίδας» συναντήθηκαν μέσα σε ένα περιβάλλον υψηλής ηθικής αισθητικής και αντάλλαξαν τις γνωστές μεγάλες λέξεις: Γάζα, Ουκρανία, Λίβανος, αδύναμοι, ειρήνη, σταθερότητα, αλληλεγγύη. Λέξεις τόσο πολυχρησιμοποιημένες, ώστε πλέον λειτουργούν σαν διπλωματικό λιβάνι: καλύπτουν τη δυσωδία της πραγματικότητας χωρίς να την αγγίζουν.
Το πραγματικό γεγονός δεν ήταν η συζήτηση. Ήταν η ανάγκη να υπάρξει αυτή η εικόνα.
Ο Τσίπρας χρειαζόταν τη φωτογραφία με το πνευματικό βάρος του σοβαρού και Οικουμενικού Πατριάρχη για να επανενδυθεί με σοβαρότητα και ιστορικότητα ενόψει των νέων σχεδίων του. . Να εμφανιστεί όχι ως πολιτικό απομεινάρι μιας μεγάλης εθνικής αυταπάτης( που έζησε και πλήρωσε ο ελληνικός λαός)αλλά ως ώριμος διεθνής συνομιλητής με ανθρωπιστικές ανησυχίες.
Και το Πατριαρχείο;
Το Πατριαρχείο χρειαζόταν την εικόνα ενός «προοδευτικού» πολιτικού συνομιλητή για να συνεχίσει να καλλιεργεί το προφίλ του γεωπνευματικού παράγοντα της εποχής που τα έχει με όλους καλά. Ενός θεσμού που συνομιλεί με όλους, παρεμβαίνει παντού, αγγίζει όλα τα μεγάλα ζητήματα της ανθρωπότητας — χωρίς όμως να συγκρούεται ουσιαστικά με τίποτε, ώστε να μην τους ενοχλεί.
Ακόμη και την εποχή της κρίσεως που δημιουργήθηκε όταν ο κ. Τσίπρας προσπάθησε παρασύροντας τον Αρχιεπίσκοπο Ιερώνυμο- με την βοήθεια κάποιων χρήσιμων ηλιθίων- να πετάξει τον κλήρο από το δημόσιο λογισμικό της χώρας, ο τότε απεσταλμένος του Πατριάρχη Γέρων Πριγκηποννήσων Δημήτριος σήκωσε το βάρος των συνομιλιών και έβαλε στη θέση του τον τότε Υπουργό Παιδείας κ. Γιαβρόγλου όταν θέλησε με το έτσι θέλω να ορίσει ο ίδιος τη σύνθεση της επιτροπής που θα έβλεπε τον τότε Πρωθυπουργό κ. Τσίπρα. Δεν του πέρασε του Γιαβρόγλου. Γιατί αντιστάθηκε ο Σεβ. Γέρων Πριγκηποννήσων ο οποίος προς τιμήν του όταν ρωτήθηκε μετά για το θέμα είπε ότι κ. Τσίπρας ήταν ευγενέστατος μαζί μας και μας διέθεσε διπλάσιο από τον χρόνο που μας είχαν ορίσει.
Και εδώ ακριβώς βρίσκεται και το μεγάλο μυστικό μίας επιτυχίας. Στην κορυφή. Σε αυτόν που έχει την ευθύνη. Έκτοτε βέβαια ο Γέρων Πριγκηποννήσων δεν εστάλη να διαπραγματευτεί με κανέναν. Αντ´αυτού στέλνονται οι πιο βολικοί. Αυτοί που λένε ναι σε όλα!
Η Εκκλησία, όταν χάνει το προφητικό της στοιχείο, καταλήγει μία διακοσμητική παρουσία και αποδυναμώνει την ισχύ της αφού καταντά ένα απλό στοιχείο του διεθνούς καθωσπρεπισμού.
Γίνεται σκηνικό ηθικής σοβαρότητας και ισορροπίας για πολιτικούς, διπλωμάτες και πρόσωπα που αναζητούν λίγη…μεταφυσική νομιμοποίηση για το δημόσιο προφίλ τους.Και εδώ βρίσκεται το μυστικό της παρακμής!
Και η πολιτική, όταν έχει χάσει κάθε δυνατότητα πραγματικής ιστορικής πρότασης, καταφεύγει στην αισθητική της ευαισθησίας. Μιλά συνεχώς για τους «ευάλωτους», επειδή δεν μπορεί πια να μιλήσει για αλλαγή και για πραγματικά μέτρα αντιμετώπισης ενός προβλήματος. Επικαλείται την ειρήνη, επειδή δεν τολμά να αγγίξει τις δομές ισχύος που γεννούν τη βία.
Γι’ αυτό και η συνάντηση αυτή προκάλεσε βαθιά δυσφορία στους πολλούς αλλά ευχαρίστησε τα ισχυρά παρασκήνια . Όχι επειδή συναντήθηκαν δύο άνθρωποι, αλλά επειδή συναντήθηκαν δύο εκδοχές εξημερωμένης ηθικής που αλληλοκαθρεφτίζονται.
Ο ένας προσέφερε συμβολική πολιτική νομιμοποίηση.
Ο άλλος προσέφερε πνευματικό κύρος χωρίς κρίση.
Και κάπου στη μέση εξαφανίζεται ο πραγματικός άνθρωπος. Ο πολίτης που έχει κουραστεί να βλέπει τον πόνο του κόσμου να μετατρέπεται σε σκηνικό υψηλής αισθητικής για δελτία Τύπου και φωτογραφίες εσωτερικής κατανάλωσης και δήθεν ιστορικής σημασίας.
Γιατί η αλήθεια είναι απλή και δυσάρεστη:
όλοι αγαπούν τους αδύναμους, αρκεί οι αδύναμοι να μη χαλάνε το πρωτόκολλο.
όλοι μιλούν για ειρήνη, αρκεί η ειρήνη να μη συγκρούεται με συμφέροντα.
όλοι επικαλούνται την ηθική, αρκεί η ηθική να μη ζητά προσωπικό κόστος.
Και τελικά αυτό είναι το πιο θλιβερό στοιχείο της υπόθεσης: ότι οι μεγάλοι θεσμοί της εποχής δεν λειτουργούν πλέον ως δυνάμεις αλήθειας, αλλά ως μηχανισμοί αισθητικής διαχείρισης της παρακμής.
Αρκετά, λοιπόν, με τα δημοσιοσχετίστικα τερτίπια των Δεσποτάδων και των πολιτικών σωτήρων που ανακυκλώνουν ο ένας την απονομιμοποίηση του άλλου.
Η κοινωνία δεν έχει ανάγκη από άλλες φωτογραφίες .
Έχει ανάγκη από αλήθεια. Και η αλήθεια δεν φωτογραφίζεται.Η αλήθεια λέγεται και γράφεται κατάμουτρα! Και ας πονά!



