Τη φώναζαν La Rossa,
Η Κόκκινη δηλαδή, όχι μόνο για εκείνη την ατίθαση κοκκινωπή χαίτη της. Την έλεγαν έτσι και για τις ιδέες της.
Σοσιαλίστρια με την πιο αγνή, ανυπόταχτη έννοια. Δεν ήθελε κομματικές ταυτότητες, ήθελε η τέχνη της να είναι η φωνή των αδύναμων.
Το 1965 ηχογράφησε το Bella Ciao, πολύ πριν γίνει παγκόσμιος ύμνος των κινημάτων, σε έναν δίσκο που λεγόταν Canti della libertà, τότε που ακόμα ήταν ένα τραγούδι για λίγους.
Μεγάλωσε μέσα στην απόλυτη φτώχεια, σε ένα μικρό ψαροχώρι της Βόρειας Ιταλίας, εκεί που ο Πάδος συναντά την Αδριατική. Ο πατέρας της ψαράς, η μάνα της μοδίστρα. Ήθελε να γίνει μοδίστρα κι εκείνη, να ράβει υπέροχα φορέματα. Αντί γι’ αυτό, αναγκάστηκε να παρατήσει το σχολείο παιδί και να δουλέψει σε βυρσοδεψείο. Ήταν το κορίτσι που έκανε θελήματα, που κανείς δεν περίμενε τίποτα από εκείνο.
Στα είκοσί της τόλμησε να δηλώσει συμμετοχή σε έναν διαγωνισμό νέων ταλέντων. Ανάμεσα σε 7600 υποψήφιους βγήκε πρώτη. Φαντάσου το κορίτσι από το βυρσοδεψείο να κερδίζει έναν τέτοιο διαγωνισμό. Κάπου εκεί γεννήθηκε ο μύθος.
Πήγε στο κομμωτήριο και έγινε κοκκινομάλλα, σχεδόν τυχαία, αυτό το χρώμα έγινε το σήμα κατατεθέν της, η ταυτότητά της. Περπατούσε ξυπόλητη και κουβαλούσε τα παπούτσια της σε μια τσάντα, μια συνήθεια από τα παιδικά της χρόνια που δεν την άφησε ποτέ.
Δεν της αρκούσε η ελαφριά ιταλική μουσική. Τα έβαλε με τα ιερά τέρατα, ερμήνευσε Μπρεχτ και Κουρτ Βάιλ, έγινε το απόλυτο alter ego του σκηνοθέτη Τζιόρτζιο Στρέλερ, ο οποίος την απογείωσε ερμηνευτικά. Από εκείνη την παιδική αγραμματοσύνη, έφτασε να μιλά άπταιστα γερμανικά και γαλλικά, τραγουδώντας σε επτά γλώσσες.
Συνεργάστηκε με τον Άστορ Πιατσόλα, τον Ένιο Μορικόνε, τον Φράνκο Μπατιάτο, τον Έντσο Γιαννάτσι. Ηχογράφησε 173 άλμπουμ. Κατέβηκε στο Σανρεμο 15 φορές, δεκαπέντε και δεν κέρδισε ποτέ. Είναι το ρεκόρ για τις περισσότερες συμμετοχές χωρίς νίκη. Κι όμως έγινε θρύλος.
Κι έπειτα υπάρχει η σχέση της με τη χώρα μας. Μια βαθιά, σχεδόν ερωτική σχέση. Τραγούδησε Μίκη Θεοδωράκη, Μάνο Χατζιδάκι, Θάνο Μικρούτσικο. Ο δίσκος της Volpe d’amore με τον Θάνο είναι αριστούργημα. Ήταν από τους ελάχιστους ξένους καλλιτέχνες που έκαναν τα τραγούδια μας δικά τους, με έναν τρόπο αυθεντικό, συγκλονιστικό. Ο ίδιος ο Μίκης την επέλεγε προσωπικά.
Την είπαν Πάνθηρα του Γκόρο, γιατί πάνω στη σκηνή ήταν ένα άγριο, υπέροχο ζώο. Δεν έκανε εκπτώσεις.
Η ζωή της όμως είχε πολύ πόνο, αποτυχημένους γάμους, σχέσεις που τελείωσαν άσχημα. Ο τρίτος σύντροφός της αυτοκτόνησε. Εκείνη πάλευε για χρόνια με την κατάθλιψη. Κι όμως ποτέ δεν το έβαλε κάτω, έλεγε πως η σκηνή ήταν το καταφύγιό της.
Το 2010 έγραψε ένα συγκλονιστικό σημείωμα στους θαυμαστές της. Ανακοίνωσε ότι αποσύρεται οριστικά. Μετά από 52 χρόνια αδιάκοπης δραστηριότητας, χιλιάδες συναυλίες σε όλο τον πλανήτη, εκατό άλμπουμ σε επτά γλώσσες, αποφάσισε να βάλει μια τελεία στην καριέρα της. Είπε αντίομε αξιοπρέπεια.
Μια ύπουλη νευροεκφυλιστική νόσος άρχισε να της κλέβει τη μνήμη, τη λύγιζε σιγά σιγά. Δεν μπορούσε πια να περπατήσει καλά, έχανε την αίσθηση του χρόνου.
Έζησε αποτραβηγμένη στο διαμέρισμά της στο Μιλάνο, με την οικονόμο της και την κόρη της, μακριά από φώτα και κάμερες. Η κόρη της είπε αργότερα… Δεν ήταν Αλτσχάιμερ, ήταν κάτι άλλο. Μια αρχαία κούραση που τη λύγισε.
Αυτή η γυναίκα, που ξεκίνησε ως το παιδί για τα θελήματα κι έγινε ένας παγκόσμιος μύθος, έφυγε από τη ζωή σαν σήμερα πριν από 5 χρόνια στις 23 Απριλίου 2021.
Η Μαρία Ίλβα Μπιολκάτι.
Για εμάς πάντα.
Η Μίλβα.




